the new: the go! team - rolling blackouts (2011)
σε ένα δίκαιο κόσμο, οι go! team σήμερα θα ήταν το ίδιο μεγάλοι με τους arcade fire. οι περιπτώσεις τους εξάλλου δισκογραφικά μοιάζουν αρκετά: οι δυο μπάντες κυκλοφόρησαν τα ντεμπούτα τους με μια μέρα διαφορά το 2003, γνωρίζοντας εξαιρετικές κριτικές και σχεδόν καθολική αποδοχή από το κοινό. η δεύτερη κυκλοφορία και των δυο ήρθε μετά από τρία χρόνια και αντιμετωπίστηκε μάλλον με σκεπτικισμό. ενώ όμως οι a.f. με τον τρίτο τους δίσκο βρέθηκαν να προβάρουν τα παπούτσια των u2 και των rem περιμένοντας να ανέβουν στις μεγάλες σκηνές, οι go! team καλούνται να παλέψουν για να ξανακερδίσουν το ακροατήριό τους. θα τα καταφέρουν;
πρώτο τραγούδι. πατάς το play και το t.o.r.n.a.d.o. σκάει σαν βόμβα στα μούτρα σου. μπάσιμο δυνατό και σωματικό, αντάξιο των panther dash και grip like a vice, κομμάτι για χορό ή για ξύλο. η συνέχεια όμως είναι αρκετά διαφορετική: από το rolling blackouts λείπουν τα bangers του thunder... και του proof... καθώς έχουν αντικατασταθεί από μια σχεδόν απρόσμενη συνθετική ωριμότητα. ο ήχος τους, η μουσική τους γλώσσα, παραμένουν σχεδόν ίδια, όμως μοιάζει να έχει αλλάξει ο τρόπος που γράφουν μουσική. εκεί που παλιότερα υπήρχαν μία ή δύο καλές ιδέες σε κάθε κομμάτι, εδώ θα βρεις πέντε και έξι, οι οποίες ξετυλίγονται στρωτά, χωρίς να κουράζουν. επιπλέον, τα κομμάτια είναι δουλεμένα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια (κόβοντας ίσως κάτι από τον παλιότερο αυθορμητισμό τους), με αποτέλεσμα να ανακαλύπτεις καινούργια πράγματα με κάθε ακρόαση.
ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στoυς εκλεκτούς τους καλεσμένους, με την bethany cosentino να δίνει λίγο από το 2010 momentum της στα δυο κομμάτια που συμμετέχει. σε δύο επίσης τραγούδια συναντάμε την dominique young unique, ενώ από ένα κομμάτι τραγουδάνε η satomi των deerhoof και η άγνωστη σε μένα γαλλίδα bedroom artist ονόματι lispector.
καλύτερες στιγμές του δίσκου: το γκρουβαριστό 'apollo throwdown', με τον hip hop ρυθμό του και το θριαμβικό ρεφραίν, η εκστατική ευφορία του 'buy nothing day' με το παλλόμενο μπάσο που μου έφερε στο μυαλό το 'babylon' των aphrodite's child, και το 'running range', στο οποίο η συμμετοχή της london african gospel choir δίνει ένα σχεδόν επικό χαρακτήρα.
για να επιστρέψω σ' αυτό που έλεγα στην εισαγωγή, δε νομίζω οτι οι go! team μπορούν να ελπίζουν πως θα αγγίξουν τα μεγάλα ακροατήρια. παρότι ο ήχος τους είναι εκλεκτικά παλιομοδίτικος και νοσταλγικός, τελικά δεν εμπορεύονται νοσταλγία (όπως πράττουν όψιμα οι arcade fire) αλλά αλεγρία, και η χαρά δεν πουλάει πολύ τη σήμερον ημέρα. ας ελπίσουμε οτι θα μπορέσουμε τουλάχιστον να τους δούμε ζωντανά κάποια στιγμή και στα μέρη μας.
the old: the durutti column - lc (1981)
κάτι το όνομά τους, κάτι το γεγονός οτι είχαν αποτελέσει ένα από τα πρώτα συγκροτήματα που υπέγραψε η factory records κάπου εκεί στα τέλη των 70s, πάντα υπέθετα οτι οι durutti column ήταν ένα post-punk group της σειράς, και γι' αυτό δεν έμπαινα στον κόπο να ασχοληθώ μαζί τους. όπως αποδείχθηκε, i was mighty wrong.
οι durutti column αποτελούν το solo project του αλαφροΐσκιωτου κιθαρίστα vini reilly, γνωστού ίσως από τη συμμετοχή του στο viva hate του morrissey. μουσικά είναι πολύ δύσκολο να τους κατατάξεις: παρότι ο ήχος τους είναι χαρακτηριστικός και άμεσα αναγνωρίσιμος, δεν τους ταιριάζει καμιά ταμπέλα. κυρίως instrumental κομμάτια (η φωνή -όπου υπάρχει- χρησιμοποιείται μάλλον ως όργανο), κιθάρα περασμένη από delay/echo effects, πιάνο, ελάχιστα electronics, minimal μηχανικοί ρυθμοί παιγμένοι από τζαζοαναθρεμμένο ντράμερ, κι ένα διάχυτο συναίσθημα βαθιάς μελαγχολίας, σαν να είναι δεκέμβρης, να κοιτάς έξω από το τζάμι και να βρέχει.
το lc αποτελεί τον δεύτερο (και κατά πολλούς καλύτερο) δίσκο τους, και ηχογραφήθηκε μέσα σε ένα απόγευμα, χρησιμοποιώντας ένα τετρακάναλο teac στο υπνοδωμάτιο του reilly, με την προσθήκη drums ηχογραφημένων σε κανονικό studio από τον bruce mitchell, φίλο και manager του group. ο ήχος είναι ψυχρός και ευρύχωρος, φανερώνοντας την επιρροή του martin hannett, ο οποίος είχε κάνει την παραγωγή στον πρώτο τους δίσκο.
και το αποτέλεσμα; θα μπορούσε κάποιος να το χαρακτηρίσει ambient χωρίς τη βαρεμάρα, post-punk χωρίς τις γωνίες, art rock χωρίς το παπατζηλίκι ή modern classical χωρίς τις γραβάτες. μάλλον είναι όλα τα παραπάνω κι ακόμη περισσότερα. είναι ένα μάθημα συναισθηματικής διαύγειας και ειλικρίνειας, ένα μάθημα δεξιοτεχνίας χωρίς ποζεριά, μια ολοκληρωτική μουσική εμπειρία. ο brian eno έχει εκδηλώσει επανειλημμένα την αγάπη του για το δίσκο, ενώ ο john frusciante έχει πει οτι ο reilly είναι ο αγαπημένος του κιθαρίστας. εγώ τι άλλο να πω; σε τελική ανάλυση, το είπε κι ο ίδιος ο θεός στον tony wilson:
'it's good music to chill out to.'
και μια μικρή λεπτομέρεια: η αυθεντική έκδοση του 1981 είχε 10 τραγούδια. στην επανέκδοση του 1996 προστέθηκαν κάποιες σπάνιες ηχογραφήσεις από συλλογές και singles, οι οποίες μάλλον χαλάνε τη συνολική ατμόσφαιρα του δίσκου. προσπεράστε τες.
τέλος, να πω ένα ευχαριστώ στην
mindstripper που μου το έκανε πάσα και μου άνοιξε τα αυτιά. το καλύτερο είναι πως πλέον έχω μπροστά μου αρκετούς ακόμη δίσκους των durutti για να ανακαλύψω.
+