Showing posts with label οι δίσκοι της εβδομάδας. Show all posts
Showing posts with label οι δίσκοι της εβδομάδας. Show all posts

29.11.11

Οι δίσκοι της εβδομάδας #09-12 (28/11/2011)

[Η τρύπα με τα σκατά έχει γεμίσει μέχρι πάνω και περιμένει να πέσουμε μέσα, όμως ο σπιραλάκος επιμένει να ακούει μουσική σα να μη συμβαίνει τίποτα. Τι να πεις, είναι κι αυτός ένας τρόπος να (μην) αντιμετωπίζει κανείς την πραγματικότητα.]


Florence And The Machine - Ceremonials [6.3]
Παρότι αρκετά καλός, ο δεύτερος δίσκος της Πασταφλώρας δεν καταφέρνει να ανταποκριθεί στις προσδοκίες που είχε δημιουργήσει το ντεμπούτο της, ίσως γιατί μοιάζει να ηχογραφήθηκε έχοντας κατά νου αυτές ακριβώς τις προσδοκίες. Αρκετά από τα τραγούδια του 'Ceremonials' λυγίζουν υπό το βάρος της φιλοδοξίας για κάτι larger than life, καθώς δεν είναι τόσο "δυνατά" στο γράψιμό τους όσο τα αντίστοιχα του 'Lungs', ενώ και η υπερβολικά μεγάλη, για τα δεδομένα της εποχής (ADD anyone?), διάρκεια του δίσκου δεν βοηθάει στο να μπαλωθούν οι αδυναμίες. Όπως και να έχει, εγώ εξακολουθώ να την αγαπάω.



Tom Waits - Bad As Me [7.6]
Μιλώντας για προσδοκίες, η επιστροφή του Tom Waits στη δισκογραφία ευτυχώς υπήρξε αντάξια του ονόματός του. Το 'Bad As Me' (ή 'Badass Me', για τους φίλους του Θωμά), χωρίς να είναι ούτε κατά διάνοια η καλύτερη δουλειά του, αποτελεί έναν εξαιρετικό δίσκο, ο οποίος με κάποιο τρόπο συνοψίζει όλες τις όψεις του έργου του, από τις gritty μπαλάντες των πρώτων χρόνων μέχρι την μπηφχαρτική ζούρλια των τελευταίων. Επιπλέον, έχει δυο-τρία τραγούδια (με πρώτο και καλύτερο το ομώνυμο του δίσκου) που εύκολα χωράνε σε οποιαδήποτε greatest hits συλλογή. Well done, Mr Waits.



Theophilus London - Timez Are Weird These Days [3.7]
Αντίθετα, τρελή απογοήτευση είναι το ντεμπούτο του Theophilus London, ο οποίος με είχε ψήσει με το βίντεο του 'Last name: London'. Δυστυχώς, το δισκάκι αποτελεί τη βαρετότερη (στα όρια του ενοχλητικού) εκδοχή του "fun" (ο Δαρβίνος να το κάνει) όπως το όρισαν οι Black Eyed Peas (ναι, τόσο χάλια), με τη μανιέρα rap-στο-κουπλέ-τραγουδάμε-στο-ρεφραίν να επανέρχεται σε κάθε γαμημένο track. Τέλος, η προσπάθειά του να ξεπατικώσει τις περίφημες "ανάσες" του Jay-Z όταν ραπάρει, είναι τόσο αποτυχημένη που σου προκαλεί θλίψη. Στον Καιάδα.



Andres - Andres III [7.1]
 Αν και έχει κάνει όνομα σαν house παραγωγός, εδώ ο (γέννημα-θρέμμα του Detroit) Andres ρίχνει το βάρος στη hip-hop πλευρά των επιρροών του, και το αποτέλεσμα τον δικαιώνει. Με μόνη εξαίρεση το 'Be free baby' που ανοίγει το δίσκο και το οποίο είναι όντως φτιαγμένο για τα dancefloors, τα υπόλοιπα tracks είναι στημένα πάντω σε mid-tempo grooves και χτισμένα με μερικά από τα πιο εκλεκτικά samples που έχω ακούσει για φέτος. Συνολικά πρόκειται για πολύ καλό δίσκο, χορταστικό σε μουσική παρά τη μικρή του διάρκεια, ενώ το 'Make it last' είναι σίγουρα ένα από τα πιο όμορφα κι αισθαντικά instrumental hip-hop tracks της χρονιάς που φεύγει.



Feist - Metals [6.8]
Τέσσερα χρόνια μετά το μπαμ με το '1234' που την έκανε πρώτη μούρη στο Youtube και βοήθησε την Apple να πουλήσει εκατομμύρια ipod nanos, η Feist επιστρέφει. Αυτή τη φορά, η Καναδή τραγουδοποιός είναι λιγότερο παιχνιδιάρα, όμως εξίσου αξιαγάπητη. Το song-writing της έχει γίνει πιο εσωστρεφές αλλά και (κατά ένα παράξενο τρόπο) πιο straight-forward, με αποτέλεσμα ο ήχος της να χάνει λίγο σε χάρη και κομψότητα, αλλά να κερδίζει σε bluesy τσαμπουκά --ή τουλάχιστον αυτές οι στιγμές μοιάζουν να κλέβουν τις εντυπώσεις στο 'Metals'. Αν έλειπαν και τα δυο-τρία αδύναμα κομμάτια που δημιουργούν κοιλιά στο μέσο του δίσκου, ο βαθμός θα ήταν μεγαλύτερος.



My Brightest Diamond - All Things Will Unwind [7.7]
Latest entry στη λίστα με τους καλύτερους δίσκους της χρονιάς, το 'All Things Will Unwind' της Shara Worden, aka My Brightest Diamond, αποτελεί μια μικρή αποκάλυψη. Αν μάλιστα η φίλη μας είχε καταφέρει να δείξει λίγη αυτοσυγκράτηση στην εντεχνίλα που ώρες-ώρες γίνεται too much, τώρα θα μιλάγαμε για αριστούργημα. Ακόμη κι έτσι όμως, ετούτη η πιο συγκροτημένη και συγκρατημένη εκδοχή της Joanna Newsom κερδίζει με το σπαθί της τις σπιραλοεντυπώσεις στο τέλος του 2011. Τι κι αν το εξώφυλλο είναι ο,τι χειρότερο έχω δει την τελευταία δεκαετία; It's all about the songs, dummy. And she's got them.



Bjork - Biophilia [5.2]
Για το 'Biophilia' δεν έχω να πω πολλά. Η αγωνία της Bjork να παραμείνει culturally relevant την έχει κάνει πλέον πιο γραφική κι από τη Βίσση. Επιπλέον, με το ρόλο της ως πχιοτικό άλλοθι σε μια παραπαίουσα μουσική μεγαλοβιομηχανία η οποία ψάχνει απελπισμένα τρόπους να μαζέψει λεφτά με κάθε λογής gimmicks, γίνεται ακόμη πιο αντιπαθητική στα μάτια μου. App-songs? Seriously? Και πού είναι τα τραγούδια, οέο; Τέσπα, λόγω 'Crystalline' και πρότερης καψούρας, δεν μπορώ να της κακιώσω περισσότερο.



Thundercat - The Golden Age Of Apocalypse [6.7]
Ρετροφουτουριστική jazz/funk του εικοστού πρώτου αιώνα από τον μπασίστα των Suicidal Tendencies (I kid you not), σε παραγωγή Flying Lotus και με κυκλοφορία από την Brainfeeder. Σίγουρα δεν είναι για όλες τις ώρες και όλα τα γούστα, όμως προσωπικά με πέτυχε σε φάση που ήθελα να ξεμπουκώσω τα αυτιά μου από βαρετά ακούσματα και δούλεψε μια χαρά. Για περισσότερες πληροφορίες, απευθυνθείτε στους Μεζζανιώτες ή τον Ρορίτο που μου το έκαναν πάσα και, όσο να 'ναι, σκαμπάζουν περισσότερο απ' αυτά.



Circle Takes The Square - Rites of Initiation (EP) [6.4]
Και, τέλος, λίγη φασαρία, για να αποκατασταθούν οι συμπαντκές ισορροπίες. Τους Circle Takes The Square τους έμαθα από τον Raggedy Man, φαίνεται όμως πως αποτελούν σημαντικό κεφάλαιο στην post-hardcore/metal σκηνή. Αυτό το EP αποτελεί την πρώτη τους δισκογραφική δουλειά εδώ κι επτά χρόνια, και, παρότι δεν είμαι πλέον πιτσιρικάς, το καταδιασκέδασα. Οι συνθέσεις είναι δουλεμένες μέχρι την τελευταία τους λεπτομέρεια, τα φωνητικά φουλ πορωτικά και οι ατμόσφαιρες αρκούντως πειστικές --τι άλλο να ζητήσει κανείς από έναν τέτοιο δίσκο; Εξίσου διασκέδασα πάντως και με αυτό εδώ το review, το οποίο αποτελεί αξεπέραστο μνημείο κάφρικης τέχνης.



[Από αύριο μεθαύριο ξεκινάει και η blogovision, στην οποία το τετράδιο θα συμμετέχει για πρώτη φορά. Ποστ με τους δίσκους της εβδομάδας του μήνα (αν υπάρξει) θα ανέβει και πάλι συγκεντρωτικά στο τέλος του Δεκέμβρη.]

3.11.11

Οι δίσκοι της εβδομάδας #08 (2011/11/03)

[Κουρέματα, δημοψηφίσματα, μικροατυχήματα και αγχώδεις προετοιμασίες για ένα τελευταίο ταξίδι αναψυχής πριν την πτώση. Πάμε μαζί / μια τελευταία βουτιά --κι όποιος αντέξει.]


Joker - The Vision [5.3]
Το 2011 μοιάζει να είναι έτος αποφοίτησης για τους πιτσιρικάδες της τάξης Dubstep '07. Το πλήρωμα του χρόνου έφτασε, τα παχιά μπάσα έγιναν mainstream με τη μορφή (ή μήπως το παθολογικό μόρφωμα;) του brostep και οι πιο ελπιδοφόροι από αυτούς εξαργυρώνουν την παρουσία τους στη σκηνή με LP κυκλοφορίες σε καταξιωμένες, εκτός χώρου εταιρίες, προετοιμαζόμενοι για το πέρασμα στον πολύ κόσμο. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό: οι Zomby & Rustie π.χ. μας έδωσαν πολύ καλές δουλειές, με ελάχιστες/καθόλου παραχωρήσεις σε ήχο και αισθητική. Δυστυχώς, this is not the case με τον Joker. Ο εμπνευστής του ρετροφουτουριστικού purple sound, αντί τα σπάσει όλα και να κυκλοφορήσει ένα πραγματικά forward-thinking δίσκο όπως ο Rustie, αποφασίζει να ενδώσει στις φτηνότερες των επιρροών του και το αποτέλεσμα κρίνεται μάλλον απογοητευτικό. Στα 12 tracks του 'Vision' θα συναντήσετε mid-zeroes Timbaland, τεμπέλικο southern hip hop και προκάτ RnB, κοτσαρισμένα πάνω σε syncopated beats και πασαλειμένα με τα analog synths που αποτελούν σήμα κατατεθέν του 22χρονου Μπριστολέζου. Το θλιβερό της υπόθεσης είναι πως ανάμεσα στη σαβούρα μπορεί κανείς να βρει αρκετές καλές ιδέες και προσχέδια εξαιρετικών κομματιών που χάθηκαν κάπου στην υλοποίηση, σαφείς ενδείξεις πως αυτός ο δίσκος θα μπορούσε να είναι κάτι πολύ-πολύ καλό.



Still Corners - Creatures Of An Hour [6.1]
Κλασσική περίπτωση δίσκου που έχει κάνει όλο τον κόσμο να παραληρεί --όλους, εκτός από τον yours truly. Εκ πρώτης όψεως, οι Still Corners φαίνονται μια χαρά παιδιά: ατμοσφαιρικοί, αεράτοι, τρυφεροί, με ήχο σαν παλιές, κιτρινισμένες φωτογραφίες, ταμάμ για nostalgia trips. Το κακό είναι ότι τα τελευταία χρόνια έχει γεμίσει ο τόπος από τέτοιου είδους συγκροτήματα, κάπως σαν τη φάση με τις ψευδο-polaroid που έχουν επίσης κατακλύσει τα ιντερνέτια κι έχουν γίνει εντελώς σούπα --δηλαδή, πόσες φωτογραφίες κοριτσιών με πουά φορέματα μπορεί να δει κανείς μέχρι να σιχαθεί; Και, σε τελική ανάλυση, τι να νοσταλγήσεις; Κάτι που δεν έζησες; Τέλος πάντων, με δεδομένα τα παραπάνω, οφείλω να παραδεχθώ οτι το 'Creatures of an hour' ακούγεται πολύ ευχάριστα. Απλά, αυτό που παίζουν το έχουμε ξανακούσει, και μάλιστα πολύ καλύτερα.



Black Chow - Wonderland (EP) [8.1]
Black Chow σημαίνει Kevin Martin (aka The Bug) και Kiki Hitomi. Κι αν για τον πρώτο δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις, για την Kiki πρέπει να πούμε δυο λόγια: Πρόκεται για μια τύπα από την Ιαπωνία (hello captain obvious!), η οποία στα 90s πήγε στο Λονδίνο για να σπουδάσει γραφικές τέχνες κι αποφάσισε να μείνει μόνιμα. Με τον Martin συνεργάζονται και στους King Midas Sound, όμως το κύριο μουσικό της project είναι οι Dokkebi Q, οι οποίοι πέρυσι μας έδωσαν έναν από τους καλύτερους δίσκους των τελευταίων ετών. Ως Black Chow, οι Martin/Hitomi παίζουν το πιο σκοτεινό, υγρό κι ερεθιστικό dub που μπορεί να φανταστεί κανείς, με σκοπό να μην αφήσουν ούτε μια ερωτογενή ζώνη αχαρχάλευτη. Το ομώνυμο κομμάτι του ΕΡ ανακηρύσσεται εύκολα sexxxiest track of the year, ενώ το 'Danger' -με την υπερευρυματική χρήση των 8-bit arpeggios στο background- ακολουθεί από κοντά. Συνολικά, το 'Wonderland' περιέχει 15 λεπτά βρώμικης γκάβλας (θα μου επιτρέψετε τη έκφραση, δεν υπάρχει άλλη που να περιγράφει ακριβέστερα τον ήχο τους), φτιαγμένη για να παίζει στο repeat, την ώρα που ιδρωμένα σώματα βγάζουν περίεργα γούστα σε υπόγεια clubs και σε κρεβάτια. Goatboy approves.



ΥΓ1. Την επόμενη εβδομάδα δεν θα έχει ποστ λόγω ταξιδιού.
ΥΓ2. Μόνο ο αέρας μας κρατάει ψηλά πια / τώρα πια μόνο ο αέρας.

26.10.11

Οι δίσκοι της εβδομάδας #07 (2011/10/26)

[Με καθυστέρηση δύο ημερών λόγω ανωτέρας βίας & άγχους/στρες/παχυσαρκίας -άτιμη κρίση-, παραθέτω εν τάχει τη γνώμη μου για τους δίσκους που άκουσα την περασμένη εβδομάδα.]


Rustie - Glass Swords [7.4]
Let this kid go wild! Είναι ανεπανάληπτη η ελευθερία με την οποία διαχειρίζεται ο Rustie το υλικό του. Μουσική του χθες, του σήμερα και του αύριο φτιαγμένη για να ντύσει video games κάποιας εναλλακτικής εκδοχής των 80s, ήχος που ακροβατεί στα όρια του καλού γούστου και συναισθητικά φέρνει στο μυαλό φουξ αποχρώσεις και nyan cats να τα σπάνε γεμάτες χαρά, με τη βία (όπου υπάρχει) να εκδηλώνεται μέσα από synth stabs αντί για wobble bass και βασικά όλο το πακέτο να ακούγεται σαν dubstep on E. Δεν είναι για όλα τα γούστα (κιθαρολάγνοι μείνετε όσο πιο μακριά μπορείτε), αλλά μετράει πάρα-πάρα πολύ.



Dum Dum Girls - Only In Dreams [5.9]
Ας ξεκινήσουμε με τα ευχάριστα: Τα κορίτσια μας έχουν δουλέψει πολύ στο στούντιο κι αυτό φαίνεται. Το 'Only in Dreams' ('Μόνο στα όνειρα' -seriously?) αποτελείται από δέκα καλογραμμένα, καλοπαιγμένα κομμάτια, με ωραία ατμόσφαιρα, τσάι και συμπάθεια σε φάση πανκ ροκ κι είμαστε όλοι φίλοι. Πάμε στα δυσάρεστα τώρα. Ο ήχος των Dum Dum Girls έχει καθαρίσει πολύ σε σχέση με το ντεμπούτο τους -για την ακρίβεια, υπερβολικά πολύ. Επιπλέον, φαίνεται πως η Dee Dee τον τελευταίο χρόνο έμαθε να βάζει βιμπράτο στη φωνή της και -δυστυχώς για όλους μας- το έχει ξεπατώσει. Γενικότερα, ο δίσκος αποπνέει μια επαγγελματίλα που δε νομίζω πως ταιριάζει με την ιδιοσυγκρασία του συγκροτήματος, ενώ και η σχεδόν μηδενική διαφοροποίηση από τραγούδι σε τραγούδι δεν βοηθάει την κατάσταση. Όσο για τα υπόλοιπα που διαβάζω σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφτηκαν τα τραγούδια (η μαμά της Dee Dee πέθανε από καρκίνο & το αγόρι της έλειπε για καιρό σε περιοδεία), μπορεί να ξυπνούν τη συμπόνια στη μαύρη κι άραχνη ψυχή μου, αλλά μουσικά δεν μου λένε κάτι.



Puscifer - Conditions Of My Parole [7.1]
Παρότι έφαγε τρελό κράξιμο από παντού, το πρώτο δισκάκι των Puscifer (one-man project του Maynard Keenan) μου είχε αρέσει ΠΑΡΑ πολύ, ακριβώς επειδή κρατούσε αποστάσεις από τον ήχο των Tool & A Perfect Circle. Δυστυχώς, η δεύτερη κανονική δουλειά του(ς) (δεν μετράω ΕΡs, remixes κτλ) μοιάζει -ως ένα βαθμό- με πισωγύρισμα: Κομμάτια όπως τα 'Weaver' & 'Telling Ghosts' θα μπορούσαν εύκολα να βρίσκονται στο 'Thirteenth Step', πράγμα που δεν είναι απαραίτητα κακό, όμως εγώ ήλπιζα σε κάτι εξίσου παλαβό και out there με το υλικό του 'V for Vagina'. Από εκεί και πέρα, η φωνάρα παραμένει καθηλωτική, οι μελωδίες που επιλέγει να περπατήσει είναι εξίσου μνημειώδεις με αυτές του παρελθόντος, και γενικά δε νομίζω οτι υπάρχει περίπτωση να μη μ' αρέσει δίσκος στον οποίο εμπλέκεται το τρελο-Maynard -με εξαίρεση βέβαια το eMOTIVe, που ήταν μια βλακεία και μισή.

17.10.11

Οι δίσκοι της εβδομάδας #06 (2011/10/17)

[Από τους τρεις δίσκους που άκουσα αυτή την εβδομάδα, οι δύο είναι πάσες του Raggedy Man και ο ένας του Sketchinky. Το which-is-whose είναι μάλλον εύκολο να το καταλάβετε :-)]


K-Holes - K-Holes [6.8]
Ρε, μήπως μας δουλεύουν οι μάγκες της Hozac Records; Δεν υπάρχει περίπτωση αυτός ο δίσκος να κυκλοφόρησε φέτος. Η μουσική, ο ήχος, ακόμη και οι φάτσες των μελών του συγκροτήματος, όλα μοιάζουν να έχουν βγει από τα πιο λερωμένα και θορυβώδη νεοϋορκέζικα υπόγεια των early 80s. Δεν αναφέρομαι βέβαια στην καλογυαλισμένη εκδοχή των 80s που τόσο πολύ πουλάει τα τελευταία χρόνια ταλαιπωρώντας τα αυτιά και την αισθητική μας, έτσι; Εδώ έχουμε να κάνουμε με άγριο no wave/garage punk χωρίς την παραμικρή υποψία λούστρου, μια μουσική που μου φέρνει στο μυαλό ένα μάλλον ατσούμπαλο, ιδρωμένο πλάσμα που χοροπηδάει άτσαλα υπό τους ήχους του σαξοφώνου, κουνώντας την περμανάντ του πάνω-κάτω και πέρα-δώθε μέχρι τελικής πτώσης. Και παρότι δεν είμαι ο μεγαλύτερος φαν των 80s, αυτό το άτσαλο πλάσμα μου φαίνεται παράξενα γοητευτικό.



Alexander Turnquist - Hallway Of Mirrors [6.1]
Ο Alexander Turnquist είναι 23 ετών, συνθέτης και δεξιοτέχνης της δωδεκάχορδης ακουστικής κιθάρας. Παρότι πιτσιρικάς, έχει ήδη βγάλει τρεις δίσκους πριν από το 'Hallway of mirrors', απολαμβάνοντας εξαιρετική κριτική αποδοχή και δίνοντας αφορμή για συγκρίσεις με ιερά τέρατα όπως ο John Fahey. Η τελευταία του δουλειά, αν και κυκλοφόρησε την άνοιξη, είναι ένας δίσκος απόλυτα φθινοπωρινός, φτιαγμένος για να ακούγεται σε ημιφωτισμένα δωμάτια με βροχερά παράθυρα και χοντρές γάτες κουρνιασμένες σε πουλοβεροφορεμένες αγκαλιές. Από εκεί και πέρα, είναι μάλλον θέμα γούστου και ιδιοσυγκρασίας το αν θα βρει κανείς πράγματα για να πιαστεί και να αγαπήσει σ' αυτά τα 35 λεπτά ορχηστρικής μουσικής. Αυτή η φίλη για παράδειγμα το λάτρεψε· εγώ οφείλω να ομολογήσω ότι υπήρξαν στιγμές που βαρέθηκα.



Snowman - Absence [7.6]
Για απουσία έγραφα την προηγούμενη εβδομάδα στο κείμενο για τους HTRK, 'Absence' ονομάζεται και ο δίσκος των Snowman που δεν έχω σταματήσει να ακούω τις τελευταίες μέρες. Οι δυο μπάντες μοιράζονται κοινή καταγωγή (Αυστραλία), κοινή πορεία (expats στο Λονδίνο) & κοινές μουσικές καταβολές (post-punk), όμως ενώ οι HTRK κατάφεραν να ξεπεράσουν τον χαμό ενός μέλους τους χωρίς να διαλυθούν, οι Snowman -για άγνωστους σε μένα λόγους- ανακοίνωσαν πως κατεβάζουν ρολλά την ίδια μέρα που κυκλοφόρησε ετούτη η -τρίτη και, κατά τα φαινόμενα, τελευταία- δουλειά τους. Έχοντας αφήσει πίσω τις τελευταίες στάλες θορύβου, ο ήχος τους έχει εξελιχθεί σε κάτι απροσδιόριστα απειλητικό, το οποίο, επιχειρώντας μια ακροβατική παρομοίωση που σίγουρα θα εγείρει ενστάσεις, θα περιέγραφα σαν early-90s King Diamond from down under, μεγαλωμένο με αυστηρή δίαιτα post-punk αντί για prog/hard rock και με δισκογραφικό συμβόλαιο στην παλιά, καλή 4AD. Οκ, τραβηγμένο ίσως, αλλά σκεφτείτε το για μια στιγμή: Σχεδόν αποκλειστικά falsetto φωνές, απόκοσμες, κλασσικίζουσες μελωδίες & ατμόσφαιρες, tribal ρυθμοί και κοφτά μπασο-ριφς -έχω άδικο; Μάλλον ναι, αλλά νομίζω πως πιάσατε το νόημα. Όπως και να έχει, το 'Absence' αποτελεί ένα εξαιρετικό ρέκβιεμ για μια μπάντα που μάλλον αδίκησε τον εαυτό της εγκαταλείποντας τη μάχη νωρίς.

10.10.11

Οι δίσκοι της εβδομάδας #05 (2011/10/10)

[Έναν εξαιρετικό δίσκο ζητούσα απεγνωσμένα την προηγούμενη εβδομάδα, και το σύμπαν έδειξε την κοελική του φύση και μου τον έστειλε. Για λεπτομέρειες, keep reading.]


Zola Jesus - Conatus [6.4]
Δεν θα πω ψέματα: Την Zola Jesus την έμαθα πέρυσι, όταν το 'Night' έσκασε σαν βόμβα στα ανυποψίαστα αυτιά μας, αφήνοντας πίσω του κομμάτια και κόσμο στα πατώματα. Στον ενάμιση χρόνο που μεσολάβησε από τότε, η δεσποινίς Danilova απέκτησε σχεδόν rock star status στην διεθνή λατερνατίβα και, συνακολούθως, ο νέος της δίσκος μπήκε στις λίστες με τις πιο αναμενόμενες κυκλοφορίες της χρονιάς. Ακούγοντας το 'Conatus' χωρίς το σοκ-και-δέος effect της πρώτης επαφής με τη ΦΩΝΗ, είναι εύκολο να το δεις γι' αυτό που πραγματικά είναι: Μια συλλογή από 11  pop τραγούδια, κάποια καλά, κάποια όχι και τόσο, ντυμένα με μάλλον ασήμαντα electro/industrial beats που εξυπηρετούν κυρίως ως βάση για να πατήσει πάνω τους το γοτθικό κτήνος που βγαίνει κάθε φορά που η τύπισσα ανοίγει το στόμα της. Είναι αυτό το κτήνος που παίρνει συνθέσεις των τεσσάρων ακόρντων πασπαλισμένες με παιδικές μελωδίες και τις μεταμορφώνει σε ύμνους για την αποκάλυψη. Είναι αυτό το κτήνος που, παρότι το αρχικό ψάρωμα έχει φύγει, εξακολουθεί να εμπνέει σεβασμό. Είναι, τέλος το ίδιο κτήνος που θα με κάνει να περιμένω (με λιγότερη ανυπομονησία, είναι αλήθεια) την επόμενη δουλειά της Zola Jesus, με την ελπίδα ότι  θα καταφέρει να με ξαναφήσει με ανοιχτό το στόμα, αυτή τη φορά για τις συνθετικές και όχι για τις φωνητικές της ικανότητες



Machinedrum - Room(s) [6.2]
Μετά τους Africa Hitech, άλλος ένας βετεράνος παραγωγός αποφασίζει φέτος να δοκιμάσει τις δυνάμεις του στο footwork. Παρότι δεν έχει καλά-καλά τριανταρίσει, ο Travis Stewart κουβαλά πίσω του 10 χρόνια μουσικής καριέρας, χωρίς όμως μέχρι στιγμής να έχει κατασταλάξει σε έναν συγκεκριμένο ήχο και χωρίς να κάνει το μεγάλο μπαμ. Ο τύπος είναι μεγάλος μάστορας στα beats και, ακούγοντας το 'Room(s)', είναι προφανές πως νιώθει ότι έχει πολλά ν' αποδείξει: Τα ακροβατικά που κάνει με τους ρυθμούς στο MPC του είναι υλικό που θα έπρεπε να διδάσκεται στα σχολεία των wannabe beat-makers. Η ανάγκη του όμως για αναγνώριση είναι αυτή που τον ρίχνει στην παγίδα της φλυαρίας και υπονομεύει την προσπάθειά του: Σε αντίθεση με το δίδυμο των Pritchard & Spacek, ο φίλος μας δεν επιδεικνύει καμία αυτοσυγκράτηση στη διαχείριση των πολλών και καλών ιδεών του, με αποτέλεσμα τα tracks να είναι υπερβολικά φορτωμένα με layers πάνω σε layers ήχου και άπειρα αχρείαστα vocal samples. Υπήρξαν δε στιγμές κατά την ακρόαση του δίσκου, που όλο αυτό μου έφερε πονοκέφαλο, παρόμοιο με αυτόν που νιώθει κανείς όταν ακούει έναν ξερόλα να μιλάει επί μια ώρα.Παρόλα αυτά, ο ξερόλας έχει αρκετά ενδιαφέροντα πράγματα να πει, οπότε σας προτείνω να οπλιστείτε με υπομονή και να επιχειρήσετε να τον ακούσετε.



HTRK - Work (work, work) [8.1]
Πώς αξιολογεί κανείς την απουσία; Ο θάνατος του μπασίστα Sean Stewart, με μια υποψία αυτοχειρίας που δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ επίσημα, μοιάζει να άφησε τους HTRK λειψούς: Κάπως σαν σώμα χωρίς σπονδυλική στήλη, ο ήχος τους έμεινε χωρίς νεύρο και χωρίς κεντρικό άξονα. Παραδόξως όμως, αυτή η απουσία είναι που απογειώνει το 'Work (work, work)' και το αναδεικνύει ως ένα από τα πιο στοιχειωτικά ακούσματα για το 2011. Με σκοτάδι, υγρασία και μια μυρωδιά οπίου που φέρνει περισσότερο σε eros παρά σε thanatos (αν και οι μυρωδιές αυτές μοιάζουν αρκετά), οι δυο εναπομείναντες HTRK χτίζουν μια ατμόσφαιρα απόλυτα πειστική, μια ατμόσφαιρα που σε καταπίνει αμάσητο, για να σε φτύσει πίσω στον πραγματικό κόσμο μετά από 40 λεπτά, όσο δηλαδή διαρκεί ο δίσκος. Μουσικά, το ντουέτο (πλέον) έχει ξεφύγει αρκετά από το synth punk της πρώτης τους δουλειάς, κάνοντας το crossover σε ένα ετερόκλητο κοινό που θα μπορούσε να αποτελείται από τα πιο σκοταδερά των indie kids, παρέα με νεογότθους χίψτερς και μεσήλικες trip-hoppers βαφτισμένους στη λάσπη των Massive Attack, ένα κοινό δηλαδή που θα αναγνωρίσει ομορφιά στους υπνωτικούς ρυθμούς, τον ερεθιστικό ψίθυρο της Jonnine Standish και τις Durutti-κες κιθάρες του Nigel Yang. Κάπου σ' αυτό το κοινό θα βρίσκομαι κι εγώ, κουνώντας ναρκωμένος το κεφάλι και μουρμουρίζοντας: set my heart alight, beat me up all night.

3.10.11

Οι δίσκοι της εβδομάδας #04 (2011/10/03)

[Πολλή δουλειά, λίγη και όχι ιδιαίτερα καλή μουσική αυτή την εβδομάδα. Χρειάζομαι έναν εξαιρετικό δίσκο επειγόντως.]


Panda Bear - Tomboy [4.1]
Εντάξει, μωρή αρκούδα, παραδίνομαι. Αρκετά με ταλαιπώρησες κι αρκετά σε ταλαιπώρησα, καιρός να πάμε παρακάτω. Έχω 5 μήνες που παιδεύομαι on and off με το Tomboy, προσπαθώντας να βρω από κάπου να πιαστώ, να ανακαλύψω ίσως κρυμμένες χάρες που αποκαλύπτονται μετά την 6η/10η/νιοστή ακρόαση, χωρίς τύχη όμως. Είναι αλήθεια πως έχω θέμα με τον ήχο των όψιμων Animal Collective -βασικά μου προκαλεί ψυχοσωματικές αντιδράσεις τύπου ναυτία, ζαλάδες και blurred vision-, όμως στο Person Pitch, τον προηγούμενο δίσκο του Panda Bear, υπήρχαν τουλάχιστον τα 'Comfy in Nautica' & 'I'm not', τραγούδια δηλαδή που τα καταλάβαινα και τα ένιωθα. Εδώ όλα τα καταπίνει η chilled νεοχίπικη κρυφο-φιλοδοξία, αυτό το I'm-too-chill-to-bother-yet-I-bother-way-too-much feeling, ντυμένο με ένα υπερβολικά φορτωμένο drowsy ηχητικό ρούχο που ξεπερνά τα όρια του αδιάφορου και γίνεται ενοχλητικό. Από τα 12 κομμάτια του άλμπουμ, ξεχωρίζω το 'Slow Motion' ως την πιο άρτια υλοποίηση του pandabear-ικού οράματος, το 'Afterburner' ως την πιο ενδιαφέρουσα στιγμή του και το 'Scheherazade', επειδή ακριβώς δεν ακούγεται σαν Panda Bear. And with that said, μπορώ να βγάλω το Tomboy από το listening queue μου και να μην ξανασχοληθώ ποτέ μαζί του.



The War On Drugs - Slave Ambient [5.4]
Shoegaze americana? Seriously? Ίσως κάνω λάθος, αλλά στο μυαλό μου ο ήχος των massive ξυσιμάτων του shoegaze πάντα παρέπεμπε σε γκρίζα αστικά τοπία κι όχι στους απέραντους δρόμους της αμερικάνικης υπαίθρου. Επιπλέον, το να ακούω φυσαρμόνικες και την faux-Dylanesque φωνή ενός τύπου που το πραγματικό του όνομα είναι Granofsky, πάνω από μοτόρικ ρυθμούς και drone guitars, μου φαίνεται πιο παράταιρο κι από Στέρεο Νόβα με λαούτα και τον Σωκράτη Μάλαμα στα φωνητικά. Εντάξει, υπερβάλλω λίγο, δεν είναι τόσο τραγικά τα πράγματα: π.χ. το 'Your love is calling my name' είναι σίγουρα ένα από τα πιο υπέροχα-να-τα-ακούς-οδηγώντας-στην-εθνική τραγούδια της χρονιάς, ενώ εξίσου πορωτικό είναι το instrumental 'Original Slave'. Γενικά, τα σημεία που το μαρσαριστό shoegaze επικρατεί της americana είναι απολαυστικά, όταν όμως το πράγμα γυρνά στις ραδιοφωνικότερες στιγμές του Springsteen, ο δίσκος πάσχει, κυρίως γιατί ο Adam Granduciel δεν έχει ούτε το ένα δέκατο από τα songwriting skills του Boss. Έτσι, το 'Slave Ambient' μου μοιάζει μετέωρο, προδομένο από τις american hero φιλοδοξίες του δημιουργού του. Από την άλλη, βλέποντας την αποθεωτική αποδοχή που γνώρισε ο δίσκος στις ΗΠΑ, υποψιάζομαι οτι ίσως πρόκειται για ένα από αυτά τα πράγματα που πρέπει να είσαι αμερικάνος για να τα εκτιμήσεις.



Crowbar - Sever The Wicked Hand [5.8]
Θυμάμαι τον εαυτό μου πιτσιρικά, να βλέπω Beavis & Butthead και να σκάει αυτό το κομμάτι. Θυμάμαι στα καπάκια να μαζεύω το σαγόνι μου απ' το πάτωμα. Ήταν η εποχή που ο όρος sludge metal δεν είχε καν ανακαλυφθεί, επρόκειτο απλά για doom metal with a hardcore twist -ή το ανάποδο, αν προτιμάτε. Ήταν οι Black Sabbath αγκαλιά με τους Black Flag, σε πείσμα των πιο παραδοσιακών μεταλλάδων και πάνκηδων. Ήταν ο χοντρο-Kirk Windstein, που τραγούδαγε κι έχεζε ταυτόχρονα. Ήταν και γαμώ. Fast forward 20 σχεδόν χρόνια, κι ο Kirk είναι ακόμη εδώ, αναγεννημένος χριστιανικά, αλλά ακόμη δυσκοίλιος φωνητικά. Γενικά, ελάχιστα έχουν αλλάξει: Ο ίδιος ήχος στις κιθάρες, οι ίδιοι αργοί-με-βάρβαρα-ξεσπάσματα ρυθμοί, οι ίδιοι υπερ-κλισέ βασανιστικοί στίχοι. Το μόνο που λείπει είναι -αναμενόμενα;- η στεγνή έμπνευση των πρώτων δίσκων τους. Ο 15χρονος εαυτός μου θα το λάτρευε, ο τωρινός μπορεί απλά να απολαμβάνει τη νοσταλγία.

26.9.11

Οι δίσκοι της εβδομάδας #03 (2011/09/26)

[Δυο γρήγορες διευκρινίσεις: Σύμφωνα με την κλίμακα σπιράλ, οτιδήποτε πάνω από 7 είναι δισκάρα. Επίσης, δίσκοι της εβδομάδας σημαίνει τι άκουσα εγώ κι όχι τι κυκλοφόρησε μέσα στην εβδομάδα. Ευχαριστώ για την προσοχή σας :-)]


Wild Flag - Wild Flag [7.5]
Υπέροχες γεροντομπεμπέκες έτοιμες για όλα; Μπα, more like riot grrls still rule ok είναι η φάση. Τα δυο τρίτα των Sleater-Kinney παρέα μ' άλλες δυο μεσήλικες πλακώνονται για ένα χρόνο στα τζαμαρίσματα και βγάζουν έναν από τους καλύτερους indie rock δίσκους του 2011, ένα δίσκο γεμάτο κιθάρες, 90s πόρωση και ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ. Τονίζω το 'τραγούδια', γιατί αυτά είναι που μου έχουν λείψει περισσότερο από το indie τα τελευταία χρόνια. Δουλεμένες συνθέσεις χωρίς τεμπέλικες λύσεις, δεμένος ήχος, μελωδίες η μία πάνω στην άλλη, και η πορωτική φωνή της Carrie Brownstein να σε καλεί για άπειρο χοροπήδημα: Βασικά δεν χρειάζεσαι τίποτα περισσότερο για φτιάξεις έναν rock δίσκο παλαιάς κοπής χωρίς να γίνεις rawk και γραφικός. Κι αν δε με πιστεύτε, κάντε κλικ στα λινκς από κάτω.



William Elliott Whitmore - Field Songs [7.4]
Working man's country/folk blues από έναν τύπο τίγκα στα τατού, που, απ' ότι διαβάζω, τον αγαπάνε και οι χαρντκοράδες και οι χίψτερς. Ο Will Whitmore τραγουδά για τον κόσμο της δουλειάς, για ελευθερία και αξιοπρέπεια, με μια εντυπωσιακή, αυθεντικά αμερικάνικη φωνή, την οποία συνοδεύει με κιθάρα ή μπάντζο και, περιστασιακά, ένα kick drum  για το ρυθμό. Πρόκειται ουσιαστικά για protest songs στην παράδοση του Woody Guthrie, ένα ζόρικο είδος που μπορεί πολύ εύκολα να σε κάνει ρόμπα (βλέπε Tom Morello ως Nightwatchman), όμως ο φίλος μας, που ζει και δουλεύει στα οικογενειακά κτήματα, τα τραγουδά με τόση πίστη και αφοσίωση, που σε κερδίζει με το καλημέρα. Τον ακούω και μοιάζει να κατέχει μια αλήθεια για τη ζωή που μου διαφεύγει, μια αλήθεια που την ήξερα αλλά την έχω ξεχάσει, μια αλήθεια που σιγά-σιγά μπορεί και να τη θυμηθώ. Και θέλω να τη θυμηθώ.



Prurient - Bermuda Drain [7.2]
Μετά την πρώτη ακρόαση του 'Bermuda drain', έψαξα κατευθείαν να διαβάσω τις αντιδράσεις των σκληροπυρηνικών οπαδών του Prurient στο διαδίκτυο: Ήμουν σίγουρος ότι θα βρω άπειρα παραληρηματικά κείμενα γεμάτα από τις λέξεις-κλειδιά "ξεπούλημα", "προδοσία", "φλώρος" και άλλα τέτοια γραφικά. Τελικά δεν βρήκα τίποτα, γεγονός που με οδηγεί σε δυο συμπεράσματα: α) ο Prurient δεν έχει σκληροπυρηνικούς οπαδούς, ή β) έχει, αλλά οι νοϊζάδες είναι πιο ώριμοι σαν ακροατές από τους μεταλλάδες. Βλέπετε, η στροφή του Dominick Fernow σε πιο συμβατικές μουσικές φόρμες και η ενσωμάτωση του κλασσικού δίπολου θόρυβος-αμπιεντίλα σε (σχεδόν) κανονικά τραγούδια, σε συνδυασμό με τα πρόσφατα πάρε-δώσε του με τους Cold Cave, θα μπορούσαν εύκολα να ερμηνευτούν ως selling out to the man, τουλάχιστον από τους πιο κολλημένους (yeap, been there, done that). Βέβαια, ο δίσκος είναι τόσο καλός, που οποιαδήποτε συζήτηση περί ξεπουλήματος καθίσταται αυτομάτως irrelevant: Η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, η λεκτική βία (πιο έντονη από ποτέ, καθώς η φωνή δεν κρύβεται πλέον πίσω από το θόρυβο), το συναίσθημα βαθιάς απελπισίας, όλα υπάχουν στο 'Bermuda Drain', ντυμένα με μελωδία και ρυθμό, και απολύτως προσιτά σε ένα ευρύτερο ακροατήριο. Δεν αποκλείω πάντως ο δίσκος να είναι ένα εκκεντρικό αστείο του Fernow -εξάλλου, και η συμμετοχή του στους Cold Cave ακούγεται πως είναι το αποτέλεσμα ενός χαμένου στοιχήματος-, όμως τι σημασία έχει τελικά;



Apparat - The Devil's Walk [4.4]
Απογοήτευση. Ο καινούργιος δίσκος του Apparat είναι ένα πράγμα χωρίς εκπλήξεις και χωρίς συναίσθημα, ένας ήχος καλογυαλισμένος, αποστειρωμένος και, τελικά, ξεπερασμένος. Δεν ξέρω τι μύγα φιλοδοξίας τσίμπησε τον γερμανό, όμως αναζητείται αντίδοτο επειγόντως. Ειδικά όταν αποφασίζει να τραγουδήσει, η κατάσταση χειροτερεύει: Στην καλύτερη περίπτωση ακούγεται σαν άψυχος Jonsi, στη χειρότερη σαν Thom Yorke των φτωχών. Σαν τη μύγα μες το γάλα ξεχωρίζει το εξαιρετικό 'Goodbye', το μόνο κομμάτι που μοιάζει να έχει σφυγμό, μάλλον ελέω Soap&Skin. Κατά τα άλλα, είμαι σίγουρος πως ο δίσκος θα έχει μεγάλο σουξέ στη λατερνατίβα της χώρας μας, οπότε, ο,τι και να λέω εγώ, δεν έχει καμία μα καμία σημασία.

19.9.11

Οι δίσκοι της εβδομάδας #02 (2011/09/19)

[Μετά το τρελό σουξέ που είχε η α-λα Pitchfork χρησιμοποίηση δεκαδικών ψηφίων στη βαθμολογία των δίσκων την προηγούμενη βδομάδα, σκέφτηκα να κάνω το επιπλέον βήμα κι αυτή τη φορά να βγάλω βαθμολογίες με ακρίβεια χιλιοστού. Τελικά το μετάνιωσα, όμως τώρα επεξεργάζομαι μια νέα κλίμακα βαθμολόγησης με τη χρήση μιγαδικών αριθμών. Γιατί τετράδιο Spiral σημαίνει επιστημονική μέθοδος, όχι σαχλαμάρες.]


Case Studies - The World Is Just A Shape To Fill The Night [7.4]
Μέσα στο 2010 ο Jesse Lortz άφησε πίσω του όχι μόνο τους The Dutchess & The Duke, αλλά κι ένα οδυνηρό διαζύγιο, το οποίο στοιχειώνει τον πρώτο δίσκο του ως Case Studies. Στο 'The World Is Just...' οι στίχοι του Lortz είναι ματωμένοι, ο ήχος όσο λερωμένος πρέπει και η ατμόσφαιρα σκοτεινή: Ο δίσκος κουβαλάει την απώλεια που έχει βιώσει ο καλλιτέχνης και οι λίγες αχτίδες ήλιου που καταφέρνουν να χωθούν από τις κουρτίνες, δεν αρκούν για να φωτίσουν τα σκοτάδια. Μουσικά, η αγάπη του για τον πρώιμο Leonard Cohen κυριαρχεί, ευτυχώς όμως ο τύπος έχει τα τραγούδια για να αντέξει μια τόσο βαριά σκιά. Συνολικά, πρόκειται για μια μάλλον αναπάντεχη κυκλοφορία από την Sacred Bones, η οποία μας έχει συνηθίσει σε πολύ πιο φασαριόζικα πράγματα, μια κυκλοφορία όμως που ξεχωρίζει εύκολα μέσα στο σωρό των folk singer-songwriter δίσκων που έχω ακούσει φέτος και θέτει υποψηφιότητα για τη λίστα με τα καλύτερα της χρονιάς.



Burzum - Fallen [6.6]
Το 'Fallen' συνεχίζει από εκεί που σταμάτησε το 'Belus': Καλύτερη παραγωγή, περισσότερα καθαρά φωνητικά, πιο αργοί ρυθμοί, ελάχιστες εκπλήξεις. Πραγματικά δεν μπορώ να σκεφτώ κανένα σοβαρό λόγο για τον οποίο εν έτει 2011 οι πιτσιρικάδες μπλακμέταλλοι θα επέλεγαν να ασχοληθούν με τα ύστερα του μπάρμπα-Vikernes. Ο δίσκος απευθύνεται σχεδόν αποκλειστικά σε 30ρηδες που διέλυσαν τα παιδικά τους δωμάτια στα 90s ακούγοντας το 'Hvis Lyset Tar Oss' και συνεχίζουν να παρακολουθούν τον σκοτεινό πρίγκηπα της Νορβηγίας, οδηγούμενοι από τη συνήθεια, την περιέργεια και μια κάποιου είδους διεστραμμένη συμπάθεια: σε κάποιους σαν την αφεντιά μου δηλαδή. Η κριτική στο sputnikmusic το συνοψίζει θαυμάσια: "So what happened? Something about the murder conviction and prison (probably the wife and kids, too) has aged Varg, and dealt a severe blow to his angst. The man's no less capable, just far less intense. Its apparent the grim 20-something Varg is gone. [..] Varg is no longer a pissed-off youth hefting a mace in front of a mirror. He's become black metal's Dylan or Springsteen, swearing a solemn but unspoken oath to practice his craft till he keels over. This is Varg nearing 40, recording in his cabin rather than his basement, playing to dark folk tales and a fireplace instead of to Satanic seances and a burning church." Και, για να προσθέσω το λιθαράκι μου, όπως ο Dylan ή ο Springsteen, αυτό που ξέρει να κάνει, συνεχίζει να το κάνει καλά.



Balam Acab - Wander/Wonder [6.4]
Bιαστήκαμε να τον βαφτίσουμε witch house πέρυσι, όμως ο Balam Acab ελάχιστα κοινά έχει με τους άμπαλους ποζεράδες που απαρτίζουν τη συγκεκριμένη (ο βελζεβούλης να την κάνει) σκηνή. Ο φίλος μας ξέρει να χτίζει τραγούδια και ατμόσφαιρες, έχει αίσθηση της μελωδίας, ξεκάθαρη αισθητική και γνωρίζει τον τρόπο για να φτιάξει τη μουσική που θέλει. Το Wander/Wonder είναι ένα βήμα προς τα εμπρός κι αποτελεί μια κατηγορία ήχου από μόνο του, πατώντας παντού (ambient electronica, dream pop, r&b) και πουθενά. Συνολικά ο δίσκος τσουλάει πολύ-πολύ όμορφα, χώνοντας τον ακροατή σε ένα σύννεφο ονειρικής, μελαγχολικής ευδαιμονίας, όμως αυτή η συναισθηματική συνέπεια που αποτελεί τη μεγαλύτερή του δύναμη, είναι ταυτόχρονα και η αχίλλειος πτέρνα του: Η μηδενική διαφοροποίηση στο mood αργά ή γρήγορα κουράζει. Επίσης, πόσες στρουμφοφωνές μπορεί να ακούσει κάποιος μέχρι να πει έλεος;



Roc Marciano & Gangrene - Greneberg (EP) [6.3]
Το γεγονός ότι στο συγκεκριμένο EP είναι μπλεγμένος ο Oh No, γνωστός και ως 'ο ακόμη πιο μπαφάκιας μικρός αδερφός του Madlib', ήταν αρκετό για να θέλω να το τσεκάρω. Στο project συμμετέχει επίσης ο Alchemist, με τον οποίο ο Oh No έχει στήσει τους Gangrene, καθώς και ο Roc Marciano, βετεράνος της east coast hip hop σκηνής και φυσικά παντελώς άγνωστος σε μένα. Οι τρεις τους παίζουν ωραία μπάλα, αλλάζοντας συνεχώς ρόλους πίσω από το μικρόφωνο και την κονσόλα, και το αποτέλεσμα είναι αρκετά αξιόλογο: Τα beats έχουν στηθεί πάνω σε σχεδόν απείραχτα retro-μαύρα samples, η παραγωγή είναι εξαιρετική χωρίς να γίνεται φαντεζί και τα verses πορώνουν όμορφα. Προσωπικά ήλπιζα σε κάτι λίγο περισσότερο out there, αλλά, ακόμη κι έτσι, έχουμε να κάνουμε με 22 λεπτά ποιοτικού hip hop χωρίς αδύναμες στιγμές, που τελικά άξιζε το bandwidth που έφαγα για να το κατεβάσω.



TV Girl - Benny And The Jetts (EP) [6.0]
Δέκα λεπτά ηλιόλουστης retro pop θα βρείτε σ' αυτό ΕΡ, το οποίο οι TV Girl χαρίζουν από τη σελίδα τους στο Facebook. Είναι γεγονός πως κανείς δεν έχασε παίζοντας το χαρτί της νοσταλγίας τα τελευταία χρόνια -έτσι κι αυτό το ντουέτο από το San Diego ποντάρει σε θύμησες 60s αλλά και 90s, και καταφέρνει να κερδίσει (τουλάχιστον) τη συμπάθειά μου, δίνοντας 4 πολύ πιασάρικα τραγουδάκια. Από την άλλη, όλα αυτά τα έχουμε ακούσει ξανά και ξανά, και μάλιστα πολύ καλύτερα, τόσο από τους The Go! Team, όσο και (πιο πρόσφατα) από τους Cults. Όπως και να 'χει, στο κουπόνι του ΟΠΑΠ δίνει απόδοση 1.10 να τους συναντήσουμε ως μουσική υπόκρουση σε σποτάκι αναψυκτικού, αν βέβαια τους πάρουν μυρωδιά τα τζιμάνια των διαφημιστικών.

12.9.11

Οι δίσκοι της εβδομάδας #01 (2011/09/12)

[Αφού χάνω που χάνω τον καιρό μου ακούγοντας συνεχώς μουσική και κρατώντας σημειώσεις σχεδόν ψυχαναγκαστικά (γαμημένο OCD), είπα να αρχίσω να τα μοιράζομαι, για να ανοίξουν οι κλασσικές, ανούσιες μουσικοκουβέντες που τόσο αγαπάμε. Οι βαθμολογίες μπαίνουν κυρίως εν είδει προβοκάτσιας και ακολουθούν την κλίμακα pitchfork, γιατί ο καλός ο χίψτερ φαίνεται στις λεπτομέρειες.]


Zomby - Dedication [7.2]
Είναι, κατά τη γνώμη μου, ο πιο ταλαντούχος της γενιάς του και γι' αυτό το λόγο οι απαιτήσεις μου είναι μεγάλες. Το 'Dedication' αποτελεί τον πρώτο του δίσκο στην 4AD και, με 16 στοιχειωμένα κομμάτια συνολικής διάρκειας 35 λεπτών, μοιάζει περισσότερο με συρραφή εξαιρετικών προσχεδίων για κομμάτια που θα γράψει στο μέλλον. Ακόμη κι έτσι, είναι πολύ καλύτερο από τις περισσότερες κυκλοφορίες σ' αυτό το μετα-dubstep περιβάλλον που έχει διαμορφωθεί τα τελευταία 1-2 χρόνια, καθώς ο τύπος ξέρει περισσότερη μουσική από όλους τους υπόλοιπους μαζί. Στοιχηματίζω ότι η επόμενη του δουλειά θα είναι μνημειώδης.



Pygmy Lush - Old Friends [6.3]
Ετούτο είναι αμερικανο-φολκ παιγμένο από χαρντκοράδες με ευαισθησίες. Το 'Old Friends' κυκλοφόρησε την άνοιξη κι έκανε αρκετό κόσμο στο ελληνικό μπλογκοχωριό να παραμιλάει, εν μέρει μάλλον δικαιολογημένα. Το πρόβλημά μου με τον συγκεκριμένο δίσκο είναι ότι, ενώ ξεκινάει και -κυρίως- τελειώνει πολύ δυνατά, στη μέση κάνει μια πλαδαρή κοιλιά, που -εμένα τουλάχιστον- με κουράζει λίγο. Όπως και να 'χει, κομμάτια σαν το ομώνυμο του δίσκου δεν γράφονται κάθε μέρα, οπότε αξίζει παραπάνω από μια αυτιά.



Beirut - The Rip Tide [5.6]
Τρίτος δίσκος για τον Zac Condon και, παρότι οι balkan αναφορές στον ήχο του έχουν ελαχιστοποιηθεί, η συναγή ουσιαστικά παραμένει σταθερή. Πνευστά, ταμπούρλα και η ίδια, πηγμένη-στο-βιμπράτο φωνή, που κάποτε μου άρεσε αλλά πλέον έχει αρχίσει να με εκνευρίζει. Το 'The Rip Tide' ξεκινάει αναπάντεχα καλά, όμως οι πιο αξιόλογες ιδέες του εξαντλούνται στα 3-4 πρώτα τραγούδια, με αποτέλεσμα το δεύτερο μισό του να βουλιάζει στη λήθη. Ο τύπος χρειάζεται μια αλλαγή και μάλιστα γρήγορα.




Red Hot Chili Peppers - I'm With You [5.4]
Ντροπή; Όπως άλλοι έχουν κρυφή καψούρα με τους REM και με τους U2, έτσι κι εγώ από πιτσιρικάς αγαπάω τους RHCP. Οκ, οι δίσκοι τους πάντα χρειάζονταν ξεσκαρτάρισμα, αλλά, αφού ξεφορτωνόσουνα τη φύρα, έμεναν τουλάχιστον 7-8 τραγούδια που άξιζαν τον κόπο. Αυτή τη φορά τα καλά τραγούδια είναι μόλις 3-4 και η μπάντα μοιάζει κουρασμένη. Υποθέτω οτι η απουσία του Frusciante έχει παίξει το ρόλο της, παρότι ο αντικαταστάτης του, παιχτικά τουλάχιστον, ακούγεται ολόιδιος. Στα ευχάριστα της υπόθεσης είναι οτι ο Kiedis προφανώς αγαπάει Listener, αν κρίνουμε από τη επική γεροντομουστάκα του και τη εκφορά του λόγου στο (μέτριο κατά άλλα) 'Even you Brutus'. Συνολικά, χωρίς ο δίσκος να είναι ιδιαίτερα κακός, πρόκειται μάλλον για τη χειρότερη δουλειά της καριέρας τους. Κρίμα.



Scott Matthew - Gallantry's Favorite Son [5.1]
Κλασσική περίπτωση τραγουδιάρη ιδιαίτερα αγαπητού στην Ελλάδα, που στο εξωτερικό δεν τον ξέρει ούτε ο μπατζανάκης του, και κοίτα να δεις που ο μπαγάσας θα με βάλει να τσακωθώ με το αίσθημα. Αυτό το χαμηλών τόνων chamber-pop-meets-folk δεν είναι και πολύ του γούστου μου, η φωνή του μου φαίνεται εντελώς επίπεδη και το όλο πακέτο αναδίδει μια μυρωδιά μούχλας. Επίσης, στο εξώφυλλο ο τύπος μοιάζει να αναπαύεται πάνω σε μια γιγάντια ματωμένη σερβιέτα. Nuff said, τώρα περιμένω τις ορδές των θαυμαστών του, και ιδίως τον φίλο που είχε επιλέξει τον ομώνυμο δίσκο του για καλύτερο του 2008 (you know who you are!), για να τσακωθούμε.